Δωδεκαήμερο ή δωδεκάμερο είναι το χρονικό διάστημα των δώδεκα ημερών, που χωρίζει τα Χριστούγεννα από τα Θεοφάνια.
Πολλά τα έθιμα (παγιωμένη συνήθεια κοινωνικής ομάδας, που διαμορφώθηκε από μακρά παράδοση και επιβίωσε από γενιά σε γενιά), του Δωδεκαήμερου στην Πατρίδα μας .
Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου “κληρονομήσαμε” από τους Σαρακατσάνους γεννήτορές μας, αντιλήψεις και νοοτροπίες, που με την πάροδο των ετών απέκτησαν σταθερά επαναλαμβανόμενη περισσότερο ή λιγότερο τελετουργική μορφή και μεταβλήθηκαν σε έθιμο.
ΣΧΩΡΜΕΝΑ
Θυμάμαι έντονα πόσο πολύ επέμεναν οι μεγαλύτεροι στην αυστηρή τήρηση των κανόνων της Νηστείας. Τα μικρά παιδιά δεν νηστεύαμε. Συγκινούμαι όταν σκέφτομαι εκείνες τις άγιες ημέρες, τους γονείς, παππούδες, γιαγιάδες και τα”Σχωρμένα”. Τι υπέροχο παράδειγμα οι μεγάλοι, πριν πάνε στην εκκλησιά να κοινωνήσουνε, να ζητούν συγγνώμη από τους μικρότερους και να φιλούν το χέρι τους , ανατρέποντας έτσι το καθιερωμένο οι μικρότεροι σε ένδειξη σεβασμού να φιλούν το χέρι των μεγαλύτερων.
ΤΟΥ ΓΡΟΥΝ
Οι Σαρακατσάνοι εκτός από τα κοπάδια τους , πάντοτε, μετά την “μετάβαση” και την ένταξή τους στις οργανωμένες κοινωνίες, μεγάλωναν ένα ή και παραπάνω γουρουνάκια .Το τυρόγαλο και τα υπόλοιπα της επεξεργασίας του γάλακτος που παρήγαν, αποτελούσαν ιδανική τροφή ..
Η αλήθεια είναι, πως δεν έτρεφαν οι μεγαλύτεροι και ιδιαίτερη συμπάθεια προς τους χοίρους. Λίγο οι προκαταλήψεις, λίγο οι ατυχείς ερμηνείες της Ιεράς Παράδοσης και των Ευαγγελίων, το γουρουνάκια (στρουμπουλά, ροδαλά ή και μαυριδερά, με τις στριφογυριστές ουρίτσες και τις τσιρίδες τους), που εμείς τα μικρά παιδιά φροντίζαμε, αλλά γνωρίζαμε καλά τι τα περίμενε, ήταν για τους μεγάλους το σώμα, που φιλοξενούσε τον ‘εξαποδό”. Για να τον εξορκίσουν πριν σφάξουν “του γρούνι” κατά τη συνήθειά τους να συγκόπτουν τις συλλαβές, το θυμιάτιζαν με μεγάλες ποσότητες θυμιάματος, αφού προηγουμένως έβαζαν στο στόμα του χοίρου ένα μεγάλο κρεμμύδι, που ποτέ δεν κατάλαβα τι χρειαζόταν. Μετά το κακό ακολουθούσε ο τεμαχισμός του ζώου. Τα ψαχνά γίνονταν υπέροχα λουκάνικα. Τα λίπη κόβονταν σε λουρίδες, αλατίζονταν και στη συνέχεια φυλάσσονταν παστωμένα μια που ψυγεία δεν υπήρχαν. Ό,τι απέμενε από το σφάγιο έβραζε με τις ώρες σε ένα μεγάλο καζάνι και από κει προέκυπτε ένας ζωμός παχύρρευστος που όταν πάγωνε μετατρέπονταν σε “ζελέ κρέατος”! Ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, μάλλον από αλληλεγγύη προς το ζώο. Ακόμα στα ρουθούνια μου καίει η μυρωδιά τσιγαρίδας (ένας ιδιαίτερος μεζές που γίνονταν όταν έλιωναν ταπαχάκια και ό,τι λίγο κρεατάκι απέμενε πάνω σ΄ αυτά.)
ΑΡΝΙΑ ΚΑΤΣΙΚΙΑ
Ήταν ένα τελετουργικό, που απαιτούσε εμείς τα μικρά να φοράμε τα καλά μας, να κρατάμε στα χέρια μας κλαδάκια πουρναριού ή σπαραγγιάς και πρωί – πρωί,να πηγαίνουμε στα σπίτια των δικών μας, όπου έκαιγε στο παραγώνι η φωτιά.
Μας υποδέχονταν με χαρά, αλλά προηγούνταν τα αγόρια (έχαιραν ιδιαίτερης τιμής τα αγόρια, γιατί θα κράταγαν το κοπάδι!) Καίγαμε το πουρνάρι στη δυνατή φωτιά, έσκαγανμε δυνατό θόρυβο τα σκληρά φύλλα – αγκάθια του φυτού και εμείς να επαναλαμβάνουμε στριφογυρίζοντας το φυτό: Αρνιά, κατσίκια, νφάδες, γαμπροίχίλια καλά και τα γάλατα πολλά. χρόνια πολλά !!. Τώρα τελευταία έμαθα πως υπήρχαν και άλλες ευχές. Το να συμμετέχεις σ΄ αυτό το τελετουργικό εμείς τα παιδιά το θεωρούσαμε μεγάλη τιμή και προετοιμαζόμαστε καιρό πιστεύοντας πως κάνουμε κάτι σπουδαίο…..

ΧΡΙΣΤΟΚΛΟΥΡΕΣ
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι μανάδες έφτιαχναν πίτες (με αλεύρι, βούτυρο και τυράκι). Κάθε οικογένεια ανάλογα με τον αριθμό των μελών της, αλλά και τους φιλοξενούμενους που είχε, έφτιαχναν μια, τρεις, πέντε, αλλά ποτέ ζυγό αριθμό.Τις στόλιζαν κάνοντας διάφορα σχέδια με ένα πιρούνι, αλλά και με ζύμη. Έπλαθαν αρνάκια, γκλίτσες, ρόκες και τις τοποθετούσαν ως διάκοσμο στην πίτα. Μέσα στην πίτα έβαζαν ένα πράσινο φυλλαράκι και ένα μικρό κομμάτι άχυρο, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να έχουν την ευλογία του Χριστού, που γεννήθηκε στη φάτνη των αλόγων και ως υπόστρωμα είχε το άχυρο της φάτνης.

ΠΑΓΑΝΑ ..”Παράωρα”
Παγανά ή ξωτικά, ήταν τα σημερινά Καλικαντζαράκια, που θα έχουν την τιμητική τους το Δωδεκαήμερο. Μαύρα, ξερακιανά, κακομούτσουνα, με ουρά, σουβλερά δοντάκια και κόκκινα φλογάτα ματάκια. Κάπως έτσι φανταζόμαστε τα Παγανά. Όταν πρωτοαντικρίσαμε την εικόνα της Αποκαλύψεως στην Άγια Μαρίνα, ταυτίσαμε τον διάβολο με τα παγανά και έτσι στα χρόνια της αθωότητας δώσαμε ταυτότητα στα Καλικατζάρια. Αποφασίσαμε πως έτσι είναι τα παγανά. Μιλούσαμε γι’ αυτά, τα ζωγραφίζαμε, ακούγαμε τις τσιρίδες τους, πιστεύαμε πως έτρωγαν το λιγοστό ούτως ή άλλως φαγητό μας. Γύρω τους είχε καλλιεργηθεί ένας μύθος, που προέβλεπε: Δεν αφήνουμε τίποτε έξω. Στα κονάκια παλαιότερα, αλλά και στα σπίτια μεταγενέστερα καίει η φωτιά, με έναν ντορβά αλάτι δίπλα. Πριν βασιλέψει, διαταγή: όλα μέσα!!. Σκουτιά (ρούχα, σκεπάσματα.), γκούμια (δοχεία όπου φυλάσσεται το γάλα), καρδάρες,υποδήματα, όλα μέσα και ό,τι δε χωρά στο σπίτι το γυρίζουμε τα΄ πίστωμα (ανάποδα ), γιατί θα έρθει ο Παράωρος να τα “κατρίσει “(κατουρήσει).
“παράωρα, παράωρα κουκιά μη ροκανάτε για θα΄ρθει ο παράωρος να παραωρίσει”έτσι διάταζε η γιαγιά Αναστασία.
Τα φοβόμαστε. Είχαμε πάντοτε καλού κακού το αλάτι δίπλα μας να ρίξουμε στη φωτιά, όταν τα δούμε. Να σκάσει με θόρυβο και να τρομάξουν τα παγανά να φύγουν.Δεν γυρνάγαμε νύχτα. Πλάθαμε ιστορίες με την φαντασία μας, που οργίαζε . Σε όσα με μαεστρία μας έλεγαν οι μεγάλοι εμείς προσθέταμε και άλλα τόσα.
Όλα αυτά, μέχρι που η ορθή σκέψη διέλυσε τον μύθο!
Ευχαριστώ πολύ αγαπημένοι μου: Βασίλη Τζελέπη, Αναστασία Τζελέπη! Με τη βοήθειά σας το ταξίδι αυτό διανθίστηκε με πλήθος στοιχείων και η αναδρομή έγινε απολαυστικότερη και ιδιαιτέρως συγκινητική για μένα.
Ε. Τζελέπη